μαλλί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαλλί τα μαλλιά
      γενική του μαλλιού των μαλλιών
    αιτιατική το μαλλί τα μαλλιά
     κλητική μαλλί μαλλιά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλλί < μεσαιωνική ελληνική μαλλίν < μαλλίον, υποκοριστικό τού αρχαία ελληνική μαλλός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλλί ουδέτερο

  1. το πλούσιο τρίχωμα ορισμένων ζώων όπως του προβάτου
  2. φυσική ίνα από το τρίχωμα προβάτων που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ρούχων
  3. το σύνολο των τριχών του ανθρώπινου κεφαλιού (ισοδύναμο με τον πληθυντικό τα μαλλιά)
    αυτό το νέο σαμπουάν σού 'κανε ένα μαλλί ...
  4. (αργκό) λεφτά
    Θέλω να το αγοράσω. Πόσο πάει το μαλλί;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]