τρίχωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρίχωμα τα τριχώματα
      γενική του τριχώματος των τριχωμάτων
    αιτιατική το τρίχωμα τα τριχώματα
     κλητική τρίχωμα τριχώματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρίχωμα < τρίχα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρίχωμα ουδέτερο

  1. το σύνολο των τριχών από ορισμένα μέρη του σώματος (για ανθρώπους) ή από όλο το σώμα (για ζώα)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]