υποκοριστικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποκοριστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υποκοριστικός < ελληνιστική κοινή ὑποκοριστικός < αρχαία ελληνική ὑποκορίζομαι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποκοριστικό ουδέτερο
- (γραμματική) παράγωγο ουσιαστικό που δηλώνει ό,τι και το πρωτότυπο αλλά σε μικρό μέγεθος, ποσότητα, ηλικία κ.λπ.· συχνά χρησιμοποιείται και ως χαϊδευτικό ή για να δηλώσει συμπάθεια, συμπόνια ή ειρωνεία ή για να προσδώσει έναν τόνο οικειότητας
- ※ Για παράδειγμα, το ουσιαστικό «παιδίον» δημιουργήθηκε από την αρχαιοελληνική λέξη «παῖς» αρχικά ως εκφραστικό υποκορισμού, αλλά στην εξέλιξη της γλώσσας η υποχώρηση της λέξης-βάσης είχε ως αποτέλεσμα το άλλοτε υποκοριστικό να εκφράσει εν τέλει την πρωτότυπη έννοια μεταφερόμενο στη νεοελληνική ως «παιδί». Αυτή η διαδικασία αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως αποσημασιοποίηση (desemantisation) και λεξικοποίηση (lexicalization) των υποκοριστικών (βλ. Eloeva 1977) και έχει ως αποτέλεσμα λέξεις που θεωρούνται υποκοριστικά να μην υφίστανται πλέον ως τέτοια στο σύστημα μιας γλώσσας. (Διονύσης Γούτσος, Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά (συλλογικό έργο), εκδόσεις Σαΐτα, στο άρθρο από τον Νικόλαο Τσερέ, Η λειτουργία των υποκοριστικών στην προφορική ομιλία, 2014)
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- διαφορετικό το χαϊδευτικό
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]υποκοριστικό
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υποκοριστικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υποκοριστικός
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)