υποκοριστικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποκοριστικό υποκοριστικά
γενική υποκοριστικού υποκοριστικών
αιτιατική υποκοριστικό υποκοριστικά
κλητική υποκοριστικό υποκοριστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποκοριστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υποκοριστικός < υποκορισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υποκοριστικό ουδέτερο

  • παράγωγο ουσιαστικό που δηλώνει ό,τι και το πρωτότυπο αλλά σε μικρό μέγεθος, ποσότητα, ηλικία κλπ· συχνά χρησιμοποιείται και ως χαϊδευτικό ή για να δηλώσει συμπάθεια, συμπόνια ή ειρωνεία ή για να προσδώσει έναν τόνο οικειότητας

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

υποκοριστικό