συμπάθεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπάθεια συμπάθειες
γενική συμπάθειας συμπαθειών
αιτιατική συμπάθεια συμπάθειες
κλητική συμπάθεια συμπάθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπάθεια < αρχαία ελληνική συμπάθεια < συμπάσχω < σὺν + πάσχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπάθεια θηλυκό

  • θετική, συναισθηματικά, στάση απέναντι σε κάτι ή κάποιον
τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τη Μαρία
  • ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι
έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στα ψηλά καπέλα
  • το αντικείμενο της συμπάθειας
ο μεγάλος μου ανιψιός είναι η συμπάθειά μου
  • (ψυχολογία) συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ ατόμων που οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων συναισθημάτων
  • (ιατρική) φαινόμενο κατά το οποίο ένα όργανο του σώματος αποκτά τα ίδια συμπτώματα με άλλο
  • (φυσικές επιστήμες) φαινόμενο κατά το οποίο ένα υλικό αποκτά μερικές ή παρεμφερείς ή όλες τις ιδιότητες άλλου


Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]