πάθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : παθός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάθος < αρχαία ελληνική πάθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάθος ουδέτερο

  1. πολύ ισχυρό συναίσθημα που υπερισχύει της λογικής
    ερωτικό πάθος
  2. μεγάλη αγάπη και ενθουσιασμός για κάτι, ολοκληρωτική αφοσίωση, μεγάλη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα για την επίτευξη κάποιου στόχου
    πάθος για τη ζωγραφική
    ρίχτηκε στον αγώνα με πάθος
  3. το αντικείμενο του πάθους
    η μουσική είναι το πάθος της
  4. πάθημα, κάτι οδυνηρό που σε κάνει να υποφέρεις σωματικά ή ψυχικά
    τα Πάθη του Χριστού
    των παθών μου τον τάραχο
  5. (γραμματική) μεταβολή ενός φθόγγου
    η ανομοίωση των δασέων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πάθη των συμφώνων στην αρχαία ελληνική
  6. (παρωχημένο) (συνήθως στον πληθυντικό) αφροδίσιο νόσημα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (τραβάω) τα πάθη του λιναριού / τα πάθη του Χριστού / των παθών μου τον τάραχο: (περνάω) πολύ μεγάλη ταλαιπωρία, σωματική ή ψυχική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάθος < πάσχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάθος

  1. οτιδήποτε, είτε καλό είτε κακό, από το οποίο κάποιος πάσχει
  2. ατύχημα
  3. αρρώστια
  4. διάθεση, κατάσταση
  5. (λογική) οι ιδιότητες των πραγμάτων
  6. (γραμματική) η αλλαγή φθόγγου ή κατάληξης