Μετάβαση στο περιεχόμενο

φθόγγος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φθόγγος οι φθόγγοι
      γενική του φθόγγου των φθόγγων
    αιτιατική τον φθόγγο τους φθόγγους
     κλητική φθόγγε φθόγγοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φθόγγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φθόγγος[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfθoŋ.ɡos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φθόγγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φθόγγος αρσενικό

  1. ο ήχος της έναρθρης φωνής του ανθρώπου
  2. (γλωσσολογία, φωνητική) η ελάχιστη ηχητική μονάδα στην οποία μπορεί να αναλυθεί ένα ηχητικό γλωσσικό σημείο (λέξη)
    παράδειγμα  Στο ΔΦΑ κάθε σύμβολο αντιστοιχεί σε έναν φθόγγο.
    < υπώνυμα: ημίφωνο, σύμφωνο, φωνήεν
     δείτε τους όρους δίφθογγος και φώνημα
  3. (μουσική) μουσικός ήχος
    παράδειγμα  Υπάρχουν επτά μουσικοί φθόγγοι.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

ρίζα φθεγ-

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φθόγγος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. φθόγγος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φθόγγος οἱ φθόγγοι
      γενική τοῦ φθόγγου τῶν φθόγγων
      δοτική τῷ φθόγγ τοῖς φθόγγοις
    αιτιατική τὸν φθόγγον τοὺς φθόγγους
     κλητική ! φθόγγε φθόγγοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φθόγγω
γεν-δοτ τοῖν  φθόγγοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φθόγγος < φθέγγομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φθόγγος

  1. κάθε διακριτός ήχος, ιδιαίτερα αυτός που παράγεται από τον άνθρωπο
    γόων οὐκ ἀσήμονες φθόγγοι
  2. ήχος φυσικός
    φθόγγος οὔτ᾽ ὀρνίθων οὔτε θαλάσσης
  3. φωνή, κουβέντα
  4. λόγος
    φθόγγος ἔμμετρος (:ο ποιητικός λόγος)
  5. γλώσσα,λαλιά
      μή μοι πόλιν γε πρυμνόθεν πανώλεθρον ἐκθαμνίσητε δῃάλωτον, Ἑλλάδος φθόγγον χέουσαν, ἐλευθέραν δὲ γῆν τε καὶ Κάδμου πόλιν (εκλιπαρώντας τούς θεούς να μην αφήσουν να πέσει στα χέρια των εχθρών η πόλη που "μιλάει τη γλώσσα την ελληνική")
    Αισχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, 73 @greeklanguage.gr
  6. άρθρωση, συλλαβή
      φωνῆς μὲν οὔ, φθόγγου δὲ μετέχοντά τινος (για τα ημίφωνα σε σχέση με τα σύμφωνα) Πλάτωνας, Φίληβος, 18c)
  7. ο ήχος της μουσικής, ο φθόγγος, η νότα
    λωτὸς φθόγγον κελάδει (ο αυλός έβγαζε γλυκό ήχο)