φθόγγων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfθoŋ.ɡon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φθόγ‐γων
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]φθόγγων αρσενικό
- γενική πληθυντικού του φθόγγος
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]φθόγγων αρσενικό
- γενική πληθυντικού του φθόγγος