κουβέντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουβέντα οι κουβέντες
      γενική της κουβέντας
    αιτιατική την κουβέντα τις κουβέντες
     κλητική κουβέντα κουβέντες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουβέντα < μεσαιωνική ελληνική κουβέντα < κομβέντον / κονβέντον (ουδέτερο) < κομβέντος / κονβέντος (αρσενικό / κόμβενδος (συνάντηση, συνέλευση) < λατινική conventus (συνέλευση) < convenio < con- + venio < πρωτοϊταλική *gʷenjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷm̥yéti < *gʷem- (προχωρώ) + *-yéti

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουβέντα θηλυκό

  1. συζήτηση που δεν έχει επίσημο χαρακτήρα ή συγκεκριμένο θέμα
    είχαμε μια σύντομη κουβέντα
  2. φράση ή λόγος ή λέξη
    μου είπε μια βαριά κουβέντα
    δεν είπε κουβέντα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]