φράση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φράση | οι | φράσεις |
| γενική | της | φράσης* | των | φράσεων |
| αιτιατική | τη | φράση | τις | φράσεις |
| κλητική | φράση | φράσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, φράσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φράση < αρχαία ελληνική φράσις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φράση θηλυκό
- ελλειπτική ή μονολεκτική πρόταση
- στερεότυπος συνδυασμός λέξεων που χρησιμοποιούνται ευρέως με διαφορετική σημασία από αυτή που κανονικά έχουν· έκφραση ή πολυλεκτικός όρος
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φράση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- φράση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)