proposition

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

proposition (en)

  1. πρόταση (ιδέα, προσφορά, μαθηματική πρόταση)
  2. (λογική) η λογική πρόταση[1] ή απλά η πρόταση[2][3], η αριστοτελική «πρότασις»[4]
    δείτε επίσης: proposition στην αγγλική Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • proposition στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

proposition 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
proposition propositions

proposition (fr) θηλυκό

  • η πρόταση
    j'ai une proposition à te faire - έχω να σου κάνω μια πρόταση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «λογική πρόταση», στην Παράλληλη αναζήτηση του ιστότοπου: greek language.gr - η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας)
  2. ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ, σελ. 12. Πρόσβαση 2020-02-24
  3. Μαθηματική Λογική. Προσπέλαση 2020-02-24
  4. ΟΡΟΓΡΑΜΜΑ - Αρ.140 Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2016, σελ. 3. Πρόσβαση 2020-02-24
  5. (Αγγλικά) Weisstein, Eric W. "Paradox" From MathWorld. Προσπέλαση 2020-02-29