conjecture

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kənˈd͡ʒɛk.t͡ʃə(ɹ)/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /kənˈd͡ʒɛk.t͡ʃɚ/ (ΗΠΑ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conjecture (en)

  1. εικοτολογία, η εικασία, μια υπόθεση (με την έννοια της εικασίας)
  2. (λογική, μαθηματικά) εικασία[1], υπόθεση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

conjecture (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • conjecture στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ̃.ʒɛk.tyʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
conjecture conjectures


conjecture (fr) θηλυκό


Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Αγγλοελληνικό Λεξικό Μαθηματικής Ορολογίας, σελ. 58, Γιώργος Γεωργίου, Τμήμα Μαθηματικών και Στατιστικής Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία, Νοέμβριος 1999. Προσπέλαση 2020-02-29
  2. 2,0 2,1 (Αγγλικά) Weisstein, Eric W. "Conjecture" From MathWorld. Προσπέλαση 2020-02-29