εικασία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εικασία | οι | εικασίες |
| γενική | της | εικασίας | των | εικασιών |
| αιτιατική | την | εικασία | τις | εικασίες |
| κλητική | εικασία | εικασίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εικασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰκασία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.kaˈsi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ει‐κα‐σί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εικασία θηλυκό
- θεώρηση για την οποία δεν παρατίθενται σαφή δεδομένα αλλά το περιεχόμενο της διατύπωσής της φαντάζει σε κάποιον πιθανό
- (λογική, μαθηματικά) λογική πρόταση για την οποία όλα τα δεδομένα (στοιχεία) δείχνουν ότι είναι αληθής, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη (λογική, μαθηματική) που να το επιβεβαιώνει
Η εικασία του Goldbach: Κάθε άρτιος ακέραιος > 2 είναι το άθροισμα δύο πρώτων (δεν έχει αποδειχθεί).[1][2]- > υπερώνυμα: λογική πρόταση
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
εικασία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εικασία
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Δημήτρης Ψαρράς (20/01/2018), Ενα πρόβλημα για λίγους, efsyn.gr. Προσπέλαση 2020-02-29
- ↑ Εικασία του Γκόλντμπαχ. Προσπέλαση 2020-02-29
Πηγές
[επεξεργασία]- εικασία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εικασία - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λογική (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)