δίφθογγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δίφθογγος οι δίφθογγοι
      γενική της δίφθογγου των δίφθογγων
    αιτιατική τη δίφθογγο τις δίφθογγους
     κλητική δίφθογγε δίφθογγοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίφθογγος < ελληνιστική κοινή δίφθογγος. Συγχρονικά αναλύεται σε (δις) δί- + φθόγγος.

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.fθɔŋ.gɔs/
συλλαβισμός: δί‐φθογ‐γος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίφθογγος θηλυκό (ή αρσενικό)

  • (φωνητική, γραμματική) δύο φωνήεντα που προφέρονται μαζί σε μια συλλαβή
    στις λέξεις κορόιδο και αηδόνι, τα φωνήεντα οι και αη αντίστοιχα είναι δίφθογγοι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]