Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίφθογγος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δίφθογγος οι δίφθογγοι
      γενική της δίφθογγου των δίφθογγων
    αιτιατική τη δίφθογγο τις δίφθογγους
     κλητική δίφθογγε δίφθογγοι
Κατηγορία όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίφθογγος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίφθογγος. Συγχρονικά αναλύεται σε (δις) δί- + φθόγγος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈði.fθoŋ.ɡos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δίφθογγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δίφθογγος θηλυκό (ή σπανιότερα αρσενικό)

  • (γραμματική, φωνητική) δύο φωνήεντα που προφέρονται μαζί σε μια συλλαβή
      Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. § 49, 4): καὶ ἐγώ - κἀγώ· αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τὰ αὐτά - ταὐτά. (Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου - Λυκείου), 3ο Κεφάλαιο: Τόνοι, Πνεύματα, Στίξη. Δεύτερο Μέρος - Τυπολογικό, κεφάλαιο: Φθογγικά πάθη, Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία, ebooks.edu.gr )
    παράδειγμα  Στις λέξεις κορόιδο και αηδόνι, τα φωνήεντα ⟨όι⟩ και ⟨αη⟩ προφέρονται ως δίφθογγοι [ˈoi̯] και [ai̯].
     δείτε και τους όρους δίψηφο και δίγραφο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίφθογγος (ελληνιστική κοινή) < (δίς) δί- + αρχαία ελληνική φθόγγος

Επίθετο

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / δίφθογγος τὸ δίφθογγον
      γενική τοῦ/τῆς διφθόγγου τοῦ διφθόγγου
      δοτική τῷ/τῇ διφθόγγ τῷ διφθόγγ
    αιτιατική τὸν/τὴν δίφθογγον τὸ δίφθογγον
     κλητική ! δίφθογγε δίφθογγον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ δίφθογγοι τὰ δίφθογγ
      γενική τῶν διφθόγγων τῶν διφθόγγων
      δοτική τοῖς/ταῖς διφθόγγοις τοῖς διφθόγγοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς διφθόγγους τὰ δίφθογγ
     κλητική ! δίφθογγοι δίφθογγ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ διφθόγγω τὼ διφθόγγω
      γεν-δοτ τοῖν διφθόγγοιν τοῖν διφθόγγοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

δίφθογγος, -ος, -ον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δίφθογγος αἱ δίφθογγοι
      γενική τῆς διφθόγγου τῶν διφθόγγων
      δοτική τῇ διφθόγγ ταῖς διφθόγγοις
    αιτιατική τὴν δίφθογγον τὰς διφθόγγους
     κλητική ! δίφθογγε δίφθογγοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διφθόγγω
γεν-δοτ τοῖν  διφθόγγοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

δίφθογγος, -ου θηλυκό