note

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

note (en)

  1. το σημείωμα (περιληπτικές πληροφορίες)
  2. (μουσική) το φθογγόσημο
    1. δείτε τη λέξη:  tone
  3. η προσοχή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

note (en)

  1. σημειώνω (γράφω σημειώσεις σε χαρτί)
  2. σημειώνω, προσέχω κάτι



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

note < λατινική nota

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔt/
note 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
note notes

note (fr) θηλυκό

  1. ο βαθμός
  2. (μουσική) η νότα
  3. το σημείωμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

note < λατινική nota

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
nota note

note (it)