απόφθεγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόφθεγμα αποφθέγματα
γενική αποφθέγματος αποφθεγμάτων
αιτιατική απόφθεγμα αποφθέγματα
κλητική απόφθεγμα αποφθέγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόφθεγμα < ἀπόφθεγμα < ἀποφθέγγομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόφθεγμα ουδέτερο

  • σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]