παρατήρηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | παρατήρηση | οι | παρατηρήσεις |
| γενική | της | παρατήρησης* | των | παρατηρήσεων |
| αιτιατική | την | παρατήρηση | τις | παρατηρήσεις |
| κλητική | παρατήρηση | παρατηρήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, παρατηρήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρατήρηση < (ελληνιστική κοινή)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɾaˈti.ɾi.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρα‐τή‐ρη‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παρατήρηση θηλυκό
- το να παρατηρείς κάτι, να το κοιτάς προσεκτικά επί αρκετή ώρα για να ανακαλύψεις ή να καταλάβεις κάτι
Σχεδόν το σύνολο των φυσικών επιστημών βασίζονται στην παρατήρηση και το πείραμα- → χρειάζεται παράθεμα
- ερευνητικό δεδομένο, δεδομένο έρευνας
- καταγραφή και μέτρηση συγκεκριμένων παραγόντων και μεταβλητών
- ένα σχόλιο, γραπτό ή προφορικό
Μπορώ να κάνω μια παρατήρηση πάνω στο θέμα;- → χρειάζεται παράθεμα
- επιτιμητικός λόγος, μάλωμα
Η δασκάλα του έκανε παρατήρηση για τα πολλά λάθη στο τετράδιό του.- → χρειάζεται παράθεμα
- (παρωχημένο) γραμματική ή συντακτική ή ερμηνευτική ερώτηση διαγωνίσματος πάνω σε ένα κείμενο, άσκηση
- η μικρότερη ποινή σε αθλητικά ή άλλου είδους αδικήματα η οποία απλώς καταγράφεται
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] το επί ώρα προσεκτικό κοίταγμα
προφορική ή γραπτή επισήμανση
προφορικός ή γραπτός επιτιμητικός λόγος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- παρατήρηση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παρατήρηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)