Μετάβαση στο περιεχόμενο

παρατήρηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρατήρηση οι παρατηρήσεις
      γενική της παρατήρησης* των παρατηρήσεων
    αιτιατική την παρατήρηση τις παρατηρήσεις
     κλητική παρατήρηση παρατηρήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, παρατηρήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρατήρηση < (ελληνιστική κοινή)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾaˈti.ɾi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παρατήρηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παρατήρηση θηλυκό

  1. το να παρατηρείς κάτι, να το κοιτάς προσεκτικά επί αρκετή ώρα για να ανακαλύψεις ή να καταλάβεις κάτι
    παράδειγμα  Σχεδόν το σύνολο των φυσικών επιστημών βασίζονται στην παρατήρηση και το πείραμα
    χρειάζεται παράθεμα
  2. ερευνητικό δεδομένο, δεδομένο έρευνας
    χρειάζεται παράθεμα
  3. καταγραφή και μέτρηση συγκεκριμένων παραγόντων και μεταβλητών
    χρειάζεται παράθεμα
  4. ένα σχόλιο, γραπτό ή προφορικό
    παράδειγμα  Μπορώ να κάνω μια παρατήρηση πάνω στο θέμα;
    χρειάζεται παράθεμα
  5. επιτιμητικός λόγος, μάλωμα
    παράδειγμα  Η δασκάλα του έκανε παρατήρηση για τα πολλά λάθη στο τετράδιό του.
    χρειάζεται παράθεμα
  6. (παρωχημένο) γραμματική ή συντακτική ή ερμηνευτική ερώτηση διαγωνίσματος πάνω σε ένα κείμενο, άσκηση
    χρειάζεται παράθεμα
  7. η μικρότερη ποινή σε αθλητικά ή άλλου είδους αδικήματα η οποία απλώς καταγράφεται
    χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]