παρατηρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρατηρώ < αρχαία ελληνική παρατηρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

παρατηρώ

  • κοιτάζω με προσοχή και για αρκετή ώρα κάτι με σκοπό να καταλάβω ή να μάθω κάτι
  • αντιλαμβάνομαι κάτι, π.χ. μια αλλαγή, σημειώνω
    παρατήρησες την αλλαγή στις συνήθειές του τελευταία;
  • διατυπώνω ένα σχόλιο, σημειώνω
    θα ήθελα να παρατηρήσω ότι στην επιχειρηματολογία σας δεν λάβατε υπόψη τα εξής ...
  • κάνω παρατήρηση σε κάποιον, επιτιμώ, μαλώνω
    η δασκάλα τον παρατήρησε για τη συμπεριφορά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]