απαρατήρητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαρατήρητος < α- στερητικό + παρατηρώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απαρατήρητος -η -ο

  1. που δεν τον έχει δει κανείς, δεν τον έχει παρατηρήσει
  2. που δεν τον προσέχει κανείς, δεν του δίνει σημασία
    μια τέτοια γυναίκα δεν περνάει απαρατήρητη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]