βλέπω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλέπω < αρχαία ελληνική βλέπω < προελληνική[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvlɛ.pɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βλέπω , στ.μέλλ.: θα δω, αόρ.: είδα, παθ.φωνή: βλέπομαι, μτχ.π.π.: ιδωμένος

  1. αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου
    στην αρχαιότητα έβλεπαν τους αστερισμούς με γυμνό μάτι
  2. κοιτάζω
    δε χορταίνω να το βλέπω
  3. καταλαβαίνω
    βλέπω τι εννοείς, δε βλέπεις ότι με πληγώνεις;
  4. (για αντικείμενα) είμαι στραμμένος προς κάποια κατεύθυνση
    το σπίτι βλέπει ανατολικά
  5. συναντώ, επισκέπτομαι
    δε μπορείς να φανταστείς ποιον είδα χθες!
  6. (για γιατρό) εξετάζω
    δεν πας καλύτερα να σε δει ο γιατρός;

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ακόμη δεν τον είδαμε και Γιάννη τον βαφτίσαμε: για σχέδια που γίνονται εκ των προτέρων, χωρίς να έχουν βάση
  • βλέποντας και κάνοντας
  • βλέπω άσπρη μέρα, βλέπω θεού πρόσωπο : ξεκουράζομαι, ευημερώ
    από τότε που έχασε τη δουλειά της, δεν είδε άσπρη μέρα!
  • βλέπω με καλό μάτι : ευνοώ, συμπαθώ
  • βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια : βλέπω εγώ ο ίδιος
  • βλέπω το φως της δημοσιότητας : αρχίζω να γίνομαι γνωστός / αρχίζω να κυκλοφορώ
  • βλέπω το φως του ήλιου : γεννιέμαι
  • βλέπω φως : διακρίνω ότι κάτι μπορεί να εξελιχθεί θετικά
  • για δες (φίλε μου)... : απορώ/είμαι έκπληκτος/είμαι απογοητευμένος με τον/την/το
    για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει
    για δες φίλε μου συμπεριφορά ανθρώπου
  • δεν βλέπω την ώρα : ανυπομονώ
    τα παιδιά δεν βλέπουν την ώρα να ανοίξουν τα δώρα τους!
  • δεν με βλέπω καλά : νιώθω ότι κάτι κακό θα μου συμβεί, δεν νιώθω ασφαλής
  • δεν σε βλέπω από την πείνα : πεινώ τόσο που οι αισθήσεις μου δεν λειτουργούν
  • είδα κι απόειδα : κατάφερα κάτι με προσπάθεια κι αναμονή
  • θα δεις: έμμεση απειλή, αργότερα θα καταλάβεις τις συνέπειες των πράξεών σου, θα σε εκδικηθώ γι' αυτό που έκανες, θα σου δείξω εγώ
  • όποιος έχει μάτια βλέπει : για κάτι που είναι ολοφάνερο, για όσους εθελοτυφλούν
  • όπως σε βλέπω και με βλέπεις : για να δηλωθεί βεβαιότητα
  • τα βλέπω μαύρα : απαισιοδοξώ
  • τα βλέπω ρόδινα : αισιοδοξώ
  • τα είδα όλα :
  • την έχει δει ...: συμπεριφέρεται σαν να είναι ...
    ο Γιώργος την έχει δει αρχηγός τώρα τελευταία (συμπεριφέρεται αυταρχικά)
    Πώς την έχεις δει εσύ;' (Ποιος νομίζεις ότι είσαι και συμπεριφέρεσαι έτσι άσχημα;)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.