ασφαλής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασφαλής ασφαλής ασφαλές
γενική ασφαλούς ασφαλούς ασφαλούς
αιτιατική ασφαλή ασφαλή ασφαλές
κλητική ασφαλή(ς) ασφαλής ασφαλές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασφαλείς ασφαλείς ασφαλή
γενική ασφαλών ασφαλών ασφαλών
αιτιατική ασφαλείς ασφαλείς ασφαλή
κλητική ασφαλείς ασφαλείς ασφαλή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασφαλής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασφαλής

  1. που δεν κινδυνεύει από επίθεση, ατύχημα, σφάλμα κλπ
    οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είναι όλοι σώοι και ασφαλείς
    είναι ασφαλές να πούμε ότι το χρηματιστήριο έχει ανακάμψει;
  2. που δεν σφάλλει, επιβεβαιωμένος, ελεγμένος
    ασφαλείς πληροφορίες μιλούν για δεκάδες νενκρούς από το σεισμό
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανεπιβεβαίωτος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]