συνδυάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδυάζω < αρχαία ελληνική συνδυάζω < σύν + δυάζω < δύο (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική combiner)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνδυάζω (παθητική φωνή: συνδυάζομαι)

  1. ταιριάζω ή ενώνω μεταξύ τους ή τοποθετώ μαζί δύο (ή περισσότερα) στοιχεία που κανονικά δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα
  2. διαθέτω δύο (ή περισσότερα) στοιχεία που κανονικά δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]