match

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

match (en)

  1. σπίρτο ή πυρείον
  2. αγώνας (αθλητικός), ματς
  3. ταίρι
  4. γάμος
  5. προσαρμογή
  6. αντιπαραβολή, αντιστοίχιση
    exact match - ακριβής αντιστοίχιση

Ρήμα[επεξεργασία]

match (en)

  1. ταιριάζω, συνταιριάζω
  2. μάχομαι, πολεμώ
  3. ανταγωνίζομαι επάξια, με αξιώσεις
  4. προσαρμόζω
  5. αντιπαραβάλλω, αντιστοιχώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
match matchs

match (fr) αρσενικό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ο πληθυντικός της παραδοσιακής ορθογραφίας ήταν (και είναι): matches.