γάμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γάμος | οι | γάμοι |
| γενική | του | γάμου | των | γάμων |
| αιτιατική | τον | γάμο | τους | γάμους |
| κλητική | γάμε | γάμοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γάμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γάμος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɣa.mos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γά‐μος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γάμος αρσενικό
- η επίσημη τελετή ένωσης δύο ατόμων, η γαμήλια τελετή
- ※ Η Τέλεση των Πολιτικών γάμων γίνεται κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή ώρα 11:00 -13:00 στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου (Πολιτικοί Γάμοι, penteli.gov.gr, ανάκτηση 14/6/2026 )
- ※ Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
- ≈ συνώνυμα: νύμφευση, πάντρεμα, παντρειά
- ≠ αντώνυμα: διαζύγιο
- (κατ’ επέκταση) η αναγνωρισμένη από το νόμο συμβίωση δύο ανθρώπων, που έχει γίνει μετά από σύμφωνη με τη νομοθεσία διαδικασία
- η οικογενειακή ζωή, η συνύπαρξη ενός παντρεμένου ζευγαριού
- ※ Ο γάμος τους δεν ήταν ιδανικός, εκείνος –υπήρξε μέγας καρδιοκατακτητής– είχε κι άλλες γυναίκες, κι η Φρίντα πήγαινε με άλλους άντρες αλλά και γυναίκες. Τσακώθηκαν, χώρισαν και ξαναπαντρεύτηκαν. (Διαβάζω τεύχη 440-442, 2003, σελ. 58)
- η συνένωση ή η συνεργασία μεταξύ δυο εταιρειών / επιχειρήσεων
- ※ Ένας ελληνοτουρκικός επιχειρηματικός «γάμος» που αλλάζει τα δεδομένα στα κατεψυγμένα θαλασσινά. (Εξαγορά της «Καλλιμάνης» από την DARDANEL, megatv.com, 15/9/2022 )
- ※ Για τα καλά έρχεται να ανακατέψει την... τράπουλα στον επιχειρηματικό και δη τουριστικό χώρο της Κρήτης, αλλά και συνολικά της χώρας ένας επενδυτικός “γάμος” μεταξύ δύο κρητικών οικογενειών, που βρίσκεται πλέον προ των πυλών... (Έρχεται επενδυτικός «γάμος» στην Κρήτη, 16/7/2018, neakriti.gr )
- (χριστιανισμός) ένα από τα επτά μυστήρια της εκκλησίας
- → δείτε και τον πληθυντικό γάμοι
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- αναγκαστικός γάμος
- ανοικτός γάμος: τελετή γάμου με πολλούς προσκεκλημένους
- θρησκευτικός γάμος: γάμος σύμφωνα με τους κανόνες της αντίστοιχης θρησκείας
- κλειστός γάμος: τελετή γάμου με ελάχιστους ή και καθόλου προσκεκλημένους
- λίστα γάμου
- μεικτός γάμος: γάμος ζεύγους με διαφορετική θρησκεία
- μοργανατικός γάμος: γάμος ενός μέλους ηγεμονικού οίκου (βασιλιάς, πρίγκιπας, δούκας κ.λπ.) με γυναίκα μη ηγεμονικής καταγωγής (ή το αντίστροφο), με αποτέλεσμα οι απόγονοί τους να μην κληρονομούν τους σχετικούς τίτλους
- πολιτικός γάμος: γάμος που γίνεται σύμφωνα με τους κατά τόπους διοικητικούς κανονισμούς
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- αδαμάντινοι γάμοι
- αργυροί γάμοι
- αφήνω το γάμο και πάω για πουρνάρια
- βρίσκομαι/είμαι σε ηλικία γάμου
- γάμος του καραγκιόζη
- δίνω υπόσχεση γάμου
- έκλασε η νύφη σχόλασε ο γάμος
- εκτός γάμου
- εντός γάμου
- έρχομαι εις γάμου κοινωνία
- ζητώ σε γάμο
- και στο γάμο σου! → δείτε την έκφραση: και στα δικά σου!
- λευκός γάμος: ο γάμος, η συμβίωση ζεύγους που έχει παντρευτεί νόμιμα αλλά χωρίς να έχει συζυγικές σχέσεις
- λύνω το γάμο
- νεκρός γάμος
- ο γάμος είναι λαχείο
- όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη):
- όταν υπάρχουν πολλά προβλήματα μαζεμένα
- όταν σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση εμφανίζεται κάποιο ακόμα πρόβλημα
- όπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη
- ούτε γάμος άκλαυτος ούτε νεκρός αγέλαστος
- πάρ' τονε στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου
- πάω για γάμο
- πρόταση γάμου
- τα (ιερά) δεσμά του γάμου
- του Κουτρούλη ο γάμος
- χρυσοί γάμοι
- χωρίς γαμπρό γάμος δε γίνεται
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
γάμος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τελετή
|
Πηγές
[επεξεργασία]- γάμος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γάμος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- γάμος - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- Με πολλά παραδείγματα εκφράσεων.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | γάμος | οἱ | γάμοι |
| γενική | τοῦ | γάμου | τῶν | γάμων |
| δοτική | τῷ | γάμῳ | τοῖς | γάμοις |
| αιτιατική | τὸν | γάμον | τοὺς | γάμους |
| κλητική ὦ! | γάμε | γάμοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γάμω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | γάμοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]γάμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵem-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γάμος, -ου αρσενικό
- η επίσημη τελετή ένωσης δύο ανθρώπων, η γαμήλια τελετή
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 697 (695-697)
- Ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι, | μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων | μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά· γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος·
- Στην ώρα σου γυναίκα στο σπίτι σου να φέρεις, | μήτε πάρα πολύ μικρότερος απ᾽ τα τριάντα χρόνια, | μήτε και πάρα πολύ μεγαλύτερος. Αυτός είναι ο κατάλληλος καιρός για γάμο.
- Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
- Ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι, | μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων | μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά· γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος·
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 697 (695-697)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γάμος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γάμος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησίοδο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)