Μετάβαση στο περιεχόμενο

γαμπρός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γαμπρός οι γαμπροί
      γενική του γαμπρού των γαμπρών
    αιτιατική τον γαμπρό τους γαμπρούς
     κλητική γαμπρέ γαμπροί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γαμπρός < μεσαιωνική ελληνική γαμπρός < αρχαία ελληνική γαμβρός < γαμέω (συγγένεια από γάμο ή ερωτική σχέση)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣamˈbɾos/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γαμπρός αρσενικό

  1. ο άντρας που παντρεύεται ή νυμφεύεται
      Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)
      Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
    παράδειγμα  ο γαμπρός περίμενε τη νύφη στα σκαλιά της εκκλησίας
    παράδειγμα  γιατί ντύθηκες σαν γαμπρός;
  2. ο αρραβωνιαστικός
  3. ο όμορφος ή εύπορος νέος που πολλοί επιθυμούν να παντρέψουν με το παιδί τους
  4. (ειρωνικό) νέος που συχνάζει σε μέρος που υπάρχουν κορίτσια ή τα «κυνηγάει» φλερτάροντάς τα
  5. ο σύζυγος της κόρης μου, της αδελφής μου ή γενικότερα κάποιας συγγενή μου
    έρχεται η κόρη μου με το γαμπρό μου

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • όρσε, γαμπρέ, κουφέτα
  • σα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός
  • στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]