γαμπρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Το περιεχόμενο αυτής της σελίδας χρειάζεται αναθεώρηση. Μπορείτε να βρείτε ή να αφήσετε σχόλια στη σελίδα συζήτησης «γαμπρός».
Αναθεώρηση : Ο ορισμός 6 δεν είναι - τουλάχιστον αυτή τη στιγμή - αποδεκτός με αυτή τη διατύπωση.

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαμπρός γαμπροί
γενική γαμπρού γαμπρών
αιτιατική γαμπρό γαμπρούς
κλητική γαμπρέ γαμπροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμπρός < μεσαιωνική ελληνική γαμπρός < αρχαία ελληνική γαμβρός < γαμέω (συγγένεια από γάμο ή ερωτική σχέση)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣam.ˈbɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαμπρός αρσενικό

  1. ο άντρας που παντρεύεται ή νυμφεύεται
    • ο γαμπρός περίμενε τη νύφη στα σκαλιά της εκκλησίας
    • γιατί ντύθηκες σαν γαμπρός;
  2. ο αρραβωνιαστικός
  3. ο όμορφος ή εύπορος νέος που πολλοί επιθυμούν να παντρέψουν με το παιδί τους
  4. (ειρωνικά) νέος που συχνάζει σε μέρος που υπάρχουν κορίτσια ή τα «κυνηγάει» φλερτάροντάς τα
  5. ο σύζυγος της κόρης μου, της αδελφής μου ή γενικότερα κάποιας συγγενή μου
    έρχεται η κόρη μου με το γαμπρό μου

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • όρσε, γαμπρέ, κουφέτα
  • σα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός
  • στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]