groom

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

groom (en)

  1. ο ιπποκόμος
  2. ο νεόνυμφος
  3. ο αξιωματικός των ανακτόρων (στην υπηρεσία του βασιλικού υπνοδωματίου)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

groom (en)

  1. επιδένω (άλογα, κλπ.)
  2. προετοιμάζω (για μία θέση στην πολιτική κλπ.)