αξιωματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αξιωματικός αξιωματική αξιωματικό
γενική αξιωματικού αξιωματικής αξιωματικού
αιτιατική αξιωματικό αξιωματική αξιωματικό
κλητική αξιωματικέ αξιωματική αξιωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξιωματικοί αξιωματικές αξιωματικά
γενική αξιωματικών αξιωματικών αξιωματικών
αιτιατική αξιωματικούς αξιωματικές αξιωματικά
κλητική αξιωματικοί αξιωματικές αξιωματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξιωματικός < αξίωμα


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αξιωματικός

  1. που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση
    αξιωματική αντιπολίτευση: το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη βουλή
  2. (μαθηματικά) που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα
    αξιωματική μέθοδος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξιωματικός αξιωματικοί
γενική αξιωματικού αξιωματικών
αιτιατική αξιωματικό αξιωματικούς
κλητική αξιωματικέ αξιωματικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξιωματικός< αρσενικό του επίθ αξιωματικός ως ουσ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αξιωματικός αρσενικό (θηλυκό αξιωματικίνα)

  1. στρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα
  2. πλοίαρχος ή μηχανικός του εμπορικού ναυτικού
  3. (στο σκάκι) πιόνι που μετακινείται μόνο διαγωνίως σε όποια απόσταση θέλει ο παίκτης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]