στρατιωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στρατιωτικός στρατιωτική στρατιωτικό
γενική στρατιωτικού στρατιωτικής στρατιωτικού
αιτιατική στρατιωτικό στρατιωτική στρατιωτικό
κλητική στρατιωτικέ στρατιωτική στρατιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στρατιωτικοί στρατιωτικές στρατιωτικά
γενική στρατιωτικών στρατιωτικών στρατιωτικών
αιτιατική στρατιωτικούς στρατιωτικές στρατιωτικά
κλητική στρατιωτικοί στρατιωτικές στρατιωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατιωτικός < στρατιώτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɾa.ti.ɔ.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /stɾa.ti.ɔ.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /stɾa.ti.ɔ.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στρατιωτικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με το στρατό ή τους στρατιώτες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατιωτικός αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]