φιλοπόλεμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοπόλεμος < αρχαία ελληνική φιλοπόλεμος < φίλος + πόλεμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλοπόλεμος

  1. εκείνος που εγκρινει, επιδιώκει και συχνά απολαμβάνει τον πόλεμο
  2. χαρακτηρισμός διάθεσης, που του αρέσει ο πόλεμος.
"΄Ηρθε με άγριες, φιλοπόλεμες διαθέσεις"

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]