πιόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πιόνι τα πιόνια
      γενική του πιονιού των πιονιών
    αιτιατική το πιόνι τα πιόνια
     κλητική πιόνι πιόνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιόνι < γαλλική pion + < μέση γαλλική pionier (=πεζικάριος) < παλαιά γαλλικά peonier < peon (=πεζικάριος) < υστερολατινική pedo < pes < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pṓds

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιόνι ουδέτερο

  1. ο στρατιώτης στο σκάκι
  2. (συνεκδοχικά) καθένα από τα 32 κομμάτια του σκακιού
  3. το πούλι ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού
  4. (μεταφορικά) κάποιος που παρασύρεται ή ποδηγετείται από άλλους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]