σκάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάκι σκάκια
γενική σκακιού σκακιών
αιτιατική σκάκι σκάκια
κλητική σκάκι σκάκια
Μια παρτίδα σκακιού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκάκι < ιταλική scacco < αραβική شاه (shah) < περσική شاه (shah, βασιλιάς)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'ska.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκάκι ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]