ματ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ΜΑΤ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

ματ < γαλλική mat (προφορά /ma/) με προφορά /mat/ με απώτερη αρχή μετοχή από τη λατινική madeo (είμαι βρεγμένος, μεθώ) στην οποία δόθηκε σημασία "είμα θολός από το μεθύσι", και μετά, "μη στιλπνός"[1]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ματ άκλιτο

  • αλαμπής, που δεν αντανακλά το φως, που δεν γυαλίζει, μη γυαλιστερός, ελαφρώς τραχύς επιφανειακά, μη στιλπνός
    προτιμάει να εκτυπώνει τις φωτογραφίες του σε χαρτί ματ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

ματ < γαλλική mat < σκακιστική φράση échec et mat, échec et mat (σαχ και ματ) < από την αραβική φράση شَاهُ مَاتَ (šāhu māta, ο βασιλιάς [είναι] νεκρός), شاه (šāh, o βασιλιάς) مات (mat, νεκρός) < περσική شاه مات (šah mât, ο βασιλιάς [είναι] έκπληκτος), شاه (βασιλιάς), مات (έκπληκτος)[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ματ ουδέτερο άκλιτο

  1. η κατάσταση σε ένα παιχνίδι σκακιού κατά την οποία ο βασιλιάς του ενός παίκτη απειλείται από τον αντίπαλό του χωρίς καμία κίνηση διαφυγής
  2. (μεταφορικά) η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.