πόδι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πόδι | τα | πόδια |
| γενική | του | ποδιού | των | ποδιών |
| αιτιατική | το | πόδι | τα | πόδια |
| κλητική | πόδι | πόδια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||




Ετυμολογία
[επεξεργασία]πόδι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόδιον, υποκοριστικό του πούς [1] πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ς προέλευσης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpo.ði/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πό‐δι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πόδι ουδέτερο
- (ανατομία) άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα
- (ανθρώπινο σώμα) το τμήμα του ανθρώπινου σώματος κάτω από τον αστράγαλο
- ※ χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- (έπιπλα, αντικείμενα) τμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται
- (γεωγραφία) επιμήκης χερσόνησος
- (μονάδα μέτρησης) μονάδα μήκους που υποδιαιρείται σε 12 ίντσες και ισούται με 0,30479 μέτρα
- (σπάνιο, μετρική) ο πόδας, ομάδα συλλαβών σε έναν στίχο που ακολουθούν ένα ποιητικό μέτρο
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- είμαι με το ένα πόδι στον τάφο : είμαι ετοιμοθάνατος
- Είναι με το ένα πόδι στον τάφο, κι όμως δε σταματάει να δουλεύει!
- είμαι στο πόδι : στέκομαι όρθιος
- Κάτσε να σε δούμε και λίγο, όλο στο πόδι είσαι!
- με τα πόδια : περπατώντας
- Πήγε στον σταθμό με τα πόδια
- (μένω) στο πόδι : μένω όρθιος επειδή δεν έχω χρόνο (επειδή με χρειάζονται κάθε τόσο)
- Ολόκληρη τη βραδιά την πέρασε στο πόδι.
- μου κόπηκαν τα πόδια : τρόμαξα πολύ → δείτε την έκφραση: πάγωσε το αίμα μου
- Μόλις τον είδε, του κόπηκαν τα πόδια.
- (μπερδεύομαι) στα πόδια (κάποιου) : είμαι διαρκώς κοντά σε κάποιον
- Πήγαινε να παίξεις αντί να είσαι διαρκώς στα πόδια μου!
- Παίρνω πόδι : με διώχνουν από ένα μέρος
- Άντε πάλι, ο γιος του πήρε πόδι κι από την καινούργια του δουλειά!
- (πατάω/περπατάω) στις μύτες των ποδιών μου (ή στα νύχια μου) : περπατώ προσπαθώντας να κάνω όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο
- Μπήκε στο δωμάτιό τους στις μύτες των ποδιών του για να μην τους ξυπνήσει.
- πατώ πόδι : επιμένω
- Πάτα πόδι, μην τον αφήνεις να κάνει ό,τι θέλει!
- πέφτω στα πόδια κάποιου : τον παρακαλώ, τον ικετεύω
- Έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να βρει μια θέση στον γιο του.
- σέρνω τα πόδια μου : περπατώ αργά επειδή είμαι πολύ κουρασμένος
- Έσερνε τα πόδια του, ήταν ψόφιος απ'την κούραση!
- το βάζω στα πόδια : φεύγω τρέχοντας επειδή φοβάμαι
- Μόλις τον είδε, το έβαλε στα πόδια.
- του έχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι : τον διευθύνει, έχει απόλυτη εξουσία πάνω του
- Η γυναίκα του τούχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι!
- το έκανε στο πόδι Δουλειές του ποδαριού : προχειροδουλειές
- παρά πόδας: δίπλα, ένδειξη ετοιμότητας
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
ποδ-
ποδ-
- -πόδαρος Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -πόδαρος στο Βικιλεξικό
- ποδο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα ποδο- στο Βικιλεξικό
- -ποδος Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -ποδος στο Βικιλεξικό
- ακροποδητί
- αλετρόποδα, αλετροπόδι
- ανάποδος & συγγενικά
- ανδράποδο & συγγενικά
- αντίποδας
- Αρθρόποδα
- βλαισοποδία
- βρομοποδαράς
- βρομοπόδαρο
- Γαστερόποδα
- γοργοπόδαρος
- δεκάποδος
- διπλοπόδι
- διποδία
- διποδισμός
- δίποδος
- εκποδών
- εμποδίζω & συγγενικά
- εξανδραποδίζω & συγγενικά
- καλαμοπόδαρος
- καλαπόδι
- καρεκλοπόδαρο
- καταπόδας, καταπόδα, καταπόδι
- κατσικοπόδαρος
- κατσιποδιά
- Κεφαλόποδα
- κοντοπόδαρος
- λαγοπόδαρο
- νυχοπόδαρα
- ξεποδαριάζω
- ξεποδάριασμα
- ξυλοπόδαρο
- ξυλοπόδαρος
- ορθοποδίζω
- πλατύποδας
- πλατυποδία
- ποδάγρα
- ποδάρα
- ποδαράκι
- ποδαράτος
- ποδάρι
- ποδαρικό
- ποδαρίλα
- ποδαρόδρομος
- πόδας
- ποδαστράγαλος, ποδαστράγαλο
- πόδεμα
- ποδένω
- ποδεσιά
- ποδηγεσία
- ποδηγέτηση
- ποδηγετώ
- ποδήλατο & συγγενικά
- πόδημα
- ποδήρης
- ποδιά
- ποδίζω
- ποδίσκος
- ποδίτσα
- πολύποδας
- πρόποδες
- ραιβοποδία
- Ριζόποδα
- σαρανταποδαρούσα
- σπασμοποδία
- σταυροπόδι
- Στεγανόποδα
- στραβοπόδαρος
- στραβοπόδης
- στρίποδο
- τετραποδισμός
- τετράποδος
- τραγοπόδαρος
- τραγοπόδης
- τρικλοποδιά
- τρίποδας
- τριποδίζω
- τριποδισμός
- τρίποδο
- υποπόδιο
- φτεροπόδαρος
- χειροπόδαρα, χεροπόδαρα
- χταποδάς
- χταπόδι
- ψευδοπόδιο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανθρώπινο πόδι
|
πόδι των ζώων
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πόδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γεωγραφία (νέα ελληνικά)
- Μονάδες μέτρησης (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μετρική (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)