pata

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pata (pt) θηλυκό

  1. η πάπια
  2. το πόδι των ζώων
  3. μεγάλο πόδι

Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pata (cs)