αστράγαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστράγαλος αστράγαλοι
γενική αστραγάλου αστραγάλων
αιτιατική αστράγαλο αστραγάλους
κλητική αστράγαλε αστράγαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστράγαλος < αρχαία ελληνική ἀστράγαλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈstɾa.ɣa.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστράγαλος αρσενικό

  1. μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
  2. (πληθυντικός) παλιό παιχνίδι που παιζόταν με τα κότσια των ζώων
  3. (βοτανική): θάμνος που ανήκει στο ταξινομικό γένος Astragalus, που ανήκει στη κατηγορία των βοτάνων
    το βότανο αστράγαλος είναι περισσότερο γνωστός με τα ονόματα τετραγκαθιά ή τετράγκαθο
  4. συμπλήρωμα διατροφής βασισμένο στον αστράγαλο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]