αστράγαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστράγαλος αστράγαλοι
γενική αστραγάλου αστραγάλων
αιτιατική αστράγαλο αστραγάλους
κλητική αστράγαλε αστράγαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστράγαλος < αρχαία ελληνική ἀστράγαλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈstɾa.ɣa.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστράγαλος αρσενικό

  1. μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
  2. (πληθυντικός) παλιό παιχνίδι που παιζόταν με τα κότσια των ζώων
  3. (βοτανική): διεθνές όνομα: astragalus, είδος θάμνου που ανήκει στη κατηγορία των βοτάνων (επιδιορθώνει και προστατεύει τα τελομερή, θεωρείται ότι έχει αντικαρκινική δράση[1][2][3]• αρχικά χρησιμοποιούταν από τους Κινέζους, πλέον παγκοσμίως)
    το βότανο αστράγαλος είναι περισσότερο γνωστός με τα ονόματα τετραγκαθιά ή τετράγκαθο
  4. Πρότυπο:παραφάρμ συμπλήρωμα διατροφής (παραφάρμακο-χάπι) βασισμένο στον αστράγαλο

Attention Sign.svg Προσοχή![επεξεργασία]

Ο ΕΟΦ έχει εγκρίνει συμπληρώματα διατροφής που βασίζονται ή εμπεριέχουν αστράγαλο/astragalus
μα προειδοποιεί όπως πάντα ότι:

Τα συμπληρώματα διατροφής δεν υποκαθιστούν την ισορροπημένη διατροφή.

Εάν είστε έγκυος, θηλάζετε, βρίσκεστε υπό φαρμακευτική αγωγή ή έχετε κάποια πάθηση συμβουλευτείτε τον γιατρό σας πριν από τη λήψη.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]