κνήμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

τα οστά της κνήμης (1): η κνήμη (2), μπροστά, και η λεπτότερη περόνη πίσω

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κνήμη < αρχαία ελληνική κνήμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κνήμη θηλυκό

  1. το τμήμα του ποδιού που εκτείνεται από το γόνατο μέχρι την ποδοκνημική άρθρωση (αστράγαλο)
  2. οστό του ποδιού, στο μπροστινό μέρος της γάμπας
    συνώνυμα: αντικνήμιο, καλάμι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]