Μετάβαση στο περιεχόμενο

γόνατο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γόνατο τα γόνατα
      γενική του γονάτου
& γόνατου
των γονάτων
    αιτιατική το γόνατο τα γόνατα
     κλητική γόνατο γόνατα
Λόγια γενική ενικού και του γόνατος
από το αρχαίο γόνυ
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ανδρικό γόνατο
γυναικείο γόνατο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γόνατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γόνατον < γόνατα (πληθυντικός του γόνυ) [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɣo.na.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γόνατο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γόνατο ουδέτερο

  1. (ανθρώπινο σώμα) η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης
      Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
  2. (βοτανική) το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί [2]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα με γονατ-

θέμα με γονυ-

  •  δείτε τη λέξη γόνυ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γόνατο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. γόνατο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)