γόνατο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γόνατο | τα | γόνατα |
| γενική | του | γονάτου & γόνατου |
των | γονάτων |
| αιτιατική | το | γόνατο | τα | γόνατα |
| κλητική | γόνατο | γόνατα | ||
| Λόγια γενική ενικού και του γόνατος από το αρχαίο γόνυ | ||||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γόνατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γόνατον < γόνατα (πληθυντικός του γόνυ) [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɣo.na.to/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γό‐να‐το
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γόνατο ουδέτερο
- (ανθρώπινο σώμα) η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης
- ※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- ※ Ἄνωθεν τοῦ γόνατος ἡ καλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 397 )
- ※ Ίσως αυτή η άνεση να οφειλόταν και στο σπορτίφ ντύσιμό του. Κοίταξε τις χειροποίητες μπότες του και το παντελόνι ιππασίας, που στένευε στα γόνατά του αφήνοντας να διαγραφούν απαλά οι μύες των μηρών του (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ρώμη, Τo Πορτρέτο ενός Αγνώστου, AA Publishing, 2019)
- (βοτανική) το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί [2]
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]θέμα με γονατ-
- Όροι με γονατ- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
θέμα με γονυ-
- → δείτε τη λέξη γόνυ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γόνατο
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γόνατο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ γόνατο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)