επιγονάτιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιγονάτιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐπιγονάτιον < ἐπί + ελληνιστική κοινή γονάτιον < αρχαία ελληνική γόνυ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵónu
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.ɣoˈna.ti.o/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]επιγονάτιο ουδέτερο
- (εκκλησιαστικός όρος, θρησκεία) επισκοπικό άμφιο με ρομβοειδές σχήμα που κρέμεται και ακουμπά στο γόνατο του επισκόπου
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη γόνατο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Τιμητικά το επιγονάτιο δίνεται και σε πρωτοπρεσβύτερους και σε αρχιμανδρίτες.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επιγονάτιο
Πηγές
[επεξεργασία]- επιγονάτιο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- επιγονάτιο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Εκκλησιαστικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)