Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχήμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σχῆμα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σχήμα τα σχήματα
      γενική του σχήματος των σχημάτων
    αιτιατική το σχήμα τα σχήματα
     κλητική σχήμα σχήματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
(βάσεις δεδομένων) Το σχήμα μιάς σχέσης (relation) R(A1...An), όπου R, το όνομα τής σχέσης και A1...An, τα γνωρίσματά της (attributes)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σχήμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχῆμα < ἔχω (σε κάποιες σημασίες ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Format)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsçi.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σχήμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σχήμα ουδέτερο

  1. η μορφή ενός πράγματος ή σώματος, το εξωτερικό του περίγραμμα
      έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
  2. (γεωμετρία) η μορφή, η περίμετρος ενός σχεδιάσματος ή η εξωτερική επιφάνεια στερεού σώματος
  3. το σχέδιο
  4. (τυπογραφία) οι κανονικές διαστάσεις ενός εντύπου, το πρότυπο
  5. (μεταφορικά) η συνεργασία ή συνδυασμός δύο ή περισσότερων ατόμων για κάποιο σκοπό
    μουσικό σχήμα
  6. (διαδίκτυο) scheme: το τμήμα μίας διεύθυνσης URL που υποδεικνύει το πρωτόκολλο (protocol) επικοινωνίας (π.χ. http, ftp για τα πρωτόκολλα HTTP, FTP) ή το είδος του πόρου (π.χ. file)
  7. (βάσεις δεδομένων) schema: (στο σχεσιακό μοντέλο) έχει δύο έννοιες:
    1.  δείτε σχήμα σχέσης
    2. η περιγραφή του συνόλου των σχέσεων / οντοτήτων ενός σχεσιακού μοντέλου ή μιάς σχεσιακής βάσης δεδομένων  δείτε και διάγραμμα οντοτήτων συσχετίσεων
        το σχήμα μιας σχεσιακής βάσης δεδομένων είναι μια συλλογή από σχήματα σχέσεων
      Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 43-44, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04
  8. (θρησκεία)
    1. το ράσο
    2. το αξίωμα του μοναχού ή κληρικού

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

και

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]