σχήμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σχήμα | τα | σχήματα |
| γενική | του | σχήματος | των | σχημάτων |
| αιτιατική | το | σχήμα | τα | σχήματα |
| κλητική | σχήμα | σχήματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχήμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχῆμα < ἔχω (σε κάποιες σημασίες ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Format)
- για την περιγραφή των συνόλων < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική forme
- για τον θρησκευτικούς όρους < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική σχῆμα < αρχαία ελληνική σχῆμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsçi.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχή‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχήμα ουδέτερο
- η μορφή ενός πράγματος ή σώματος, το εξωτερικό του περίγραμμα
- ※ έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
- (γεωμετρία) η μορφή, η περίμετρος ενός σχεδιάσματος ή η εξωτερική επιφάνεια στερεού σώματος
- το σχέδιο
- (τυπογραφία) οι κανονικές διαστάσεις ενός εντύπου, το πρότυπο
- (μεταφορικά) η συνεργασία ή συνδυασμός δύο ή περισσότερων ατόμων για κάποιο σκοπό
- μουσικό σχήμα
- (διαδίκτυο) scheme: το τμήμα μίας διεύθυνσης URL που υποδεικνύει το πρωτόκολλο (protocol) επικοινωνίας (π.χ. http, ftp για τα πρωτόκολλα HTTP, FTP) ή το είδος του πόρου (π.χ. file)
- (βάσεις δεδομένων) schema: (στο σχεσιακό μοντέλο) έχει δύο έννοιες:
- → δείτε σχήμα σχέσης
- η περιγραφή του συνόλου των σχέσεων / οντοτήτων ενός σχεσιακού μοντέλου ή μιάς σχεσιακής βάσης δεδομένων → δείτε και διάγραμμα οντοτήτων συσχετίσεων
- ※ το σχήμα μιας σχεσιακής βάσης δεδομένων είναι μια συλλογή από σχήματα σχέσεων
- Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 43-44, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04
- ※ το σχήμα μιας σχεσιακής βάσης δεδομένων είναι μια συλλογή από σχήματα σχέσεων
- (θρησκεία)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- ανασχηματίζω
- αποσχηματίζω
- απροσχημάτιστος
- άσχημος και σύνθετα
- ασχημάτιστος
- άσχημος
- πρόσχημα
- σχηματίζω, σχηματίζομαι
- σχηματικός
- σχηματικότητα
- σχημάτισμα
- σχηματισμένος και σύνθετα
- σχηματισμός
Σύνθετα
[επεξεργασία]- -σχημος Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -σχημος στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά αχλαδόσχημος, κακάσχημος, ομοιόσχημος
και
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σχήμα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχήμα
Πηγές
[επεξεργασία]- σχήμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σχήμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κύμα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Τυπογραφία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Διαδίκτυο (νέα ελληνικά)
- Βάσεις δεδομένων (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)