δακρύσχημος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δακρύσχημος δακρύσχημη δακρύσχημο
γενική δακρύσχημου δακρύσχημης δακρύσχημου
αιτιατική δακρύσχημο δακρύσχημη δακρύσχημο
κλητική δακρύσχημε δακρύσχημη δακρύσχημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δακρύσχημοι δακρύσχημες δακρύσχημα
γενική δακρύσχημων δακρύσχημων δακρύσχημων
αιτιατική δακρύσχημους δακρύσχημες δακρύσχημα
κλητική δακρύσχημοι δακρύσχημες δακρύσχημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δακρύσχημος < δάκρυ + σχήμ(α) + -ος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðaˈkri.sçi.mɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

δακρύσχημος αρσενικό (δακρύσχημη θηλυκό, δακρύσχημο ουδέτερο)

  • που έχει σχήμα δακρύου
    1. (για κοσμήματα)
      πολλών καρατίων, σε σχήμα πολυεδρικού αβγού, ή δακρύσχημο
    2. (ζωολογία) για περιγραφή μορφολογίας
      δακρύσχημο στοματικό άνοιγμα
    3. (για πένες έγχορδων μουσικών οργάνων)
      πλήκτρα δακρύσχημα, όνυχες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]