πένα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πένα οι πένες
      γενική της πένας των (πενών)
    αιτιατική την πένα τις πένες
     κλητική πένα πένες
Παράρτημα
πένες (2) από φτερό σε μελανοδοχείο
πένα (2)
διάφορες πένες (3)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πένα <
  1. ιταλική penna (φτερό)
  2. αγγλική penny

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πένα θηλυκό

  1. μικρό έλασμα που το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στους κονδυλοφόρους
  2. κονδυλοφόρος, στυλό, μέσο γραφής με μελάνι
  3. (μουσική) κοντόπληκτρο, μικρό πλήκτρο, όνυχας
    (πχ. σε αντιδιαστολή με το πλήκτρο του σαμιζέν)
    έλασμα για κρούση χορδών μουσικών οργάνων
  4. (μεταφορικά) η ικανότητα δημιουργικής γραφής, η συγγραφική δεινότητα
  5. (οικονομία) υποδιαίρεση της αγγλικής λίρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]