plume

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

plume (en)

  1. πούπουλο, φτερό
  2. λοφίο
  3. πίδακας νερού ή λάβας, στήλη καπνού που εκτινάσσεται από ηφαίστειο



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
plume plumes

plume (fr) θηλυκό

  1. το πούπουλο