πίδακας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίδακας πίδακες
γενική πίδακα πιδάκων
αιτιατική πίδακα πίδακες
κλητική πίδακα πίδακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίδακας < αρχαία ελληνική πίδαξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίδακας αρσενικό

  1. πηγή νερού στην οποία το νερό αναβλύζει προς τα πάνω
  2. (γενικότερα) κάθε ροή υγρού που εξέρχεται με δύναμη από κάποιο σημείο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]