ροή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ροή | οι | ροές |
| γενική | της | ροής | των | ροών |
| αιτιατική | τη | ροή | τις | ροές |
| κλητική | ροή | ροές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ροή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥοή [1]
- για την συνεχή παροχή < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική flow
- για τη βιομηχανία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Fliessbandarbeit

Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɾoˈi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ρο‐ή
- ομόηχο: ροΐ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ροή θηλυκό
- (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει
- (φυσική) η συνεχής κίνηση (συνήθως υγρού) προς κάποια κατεύθυνση
- ※ Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- (γενικότερα) η σειρά στοιχείων που το ένα κινείται ή εναλλάσσεται συνεχώς με το άλλο
- ※ Στην αφηγηματική και διαδραστική ροή της θεματολογίας του πάρκου εντάσσεται και ο αδόμητος περιβάλλων χώρος του. (Ξένη Αραπογιάννη, Ολυμπία: η κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, εκδ. Μίλητος, 2003, σελ. 155)
- η συνεχής ομιλία και μετάδοση του λόγου
- (μεταφορικά) η συνεχής αλλαγή μιας κατάστασης, η πορεία, η συνέχεια
- (βιομηχανία) η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του προηγούμενου μέχρι να ολοκληρωθεί το προϊόν
- (πληροφορική) flow: η σειρά με την οποία εκτελούνται τα διάφορα τμήματα ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή
- (πληροφορική) stream: τα δεδομένα που αποστέλλονται ή λαμβάνονται στη σειρά (σειριακά), όπως σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρός δίσκος), σε δικτυακή επικοινωνία, κλπ.
- δείτε επίσης: ροή δεδομένων (data stream)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ροή
η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια
|
πληροφορική - ροή εκτέλεσης προγράμματος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ροή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)