ῥοή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ροή

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ῥοή αἱ ῥοαί
      γενική τῆς ῥοῆς τῶν ῥοῶν
      δοτική τῇ ῥο ταῖς ῥοαῖς
    αιτιατική τὴν ῥοήν τὰς ῥοᾱ́ς
     κλητική ! ῥοή ῥοαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ῥοᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ῥοαῖν
1η κλίση Κατηγορία όπως «τιμή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥοή < ῥέω, θέμα *ῥοϝ- + [1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥοή θηλυκό και δωρικός τύποςῥοά

  1. ποταμός, ρέμα (συνήθως στον πληθυντικό), ο ρους, τα νερά του ποταμού
    ※  8ος αιώνας πΚΕὍμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 860
    Μαιάνδρου τε ῥοὰς
    ※  μηδ᾽ ἐπ᾽ Εὐρώτα ῥοὰς ἔλθοι: (Ευριπίδης, Ελένη 124)
  2. χυμός, ζουμί, απόσταγμα
    ἀμπέλου ῥοή: ο χυμός του σταφυλιού
  3. (μεταφορικά) εισροή ομοειδών (πάλι στον πληθυντικό, όπως στα νερά των ποταμών), γενικά ροή, πορεία π.χ. γεγονότων ή γεγονότα, συμβάντα ως κάτι ρευστό, αυτά καθαυτά, τα γυρίσματα του καιρού, της μοίρας
    προμαθείας ῥοαί / αἵματός τε φοινίου ῥοάς
    ※  ...οὐδ᾽ ἡσύχιμον ἁμέραν ὁπότε, παῖδ᾽ ἁλίου, ἀτειρεῖ σὺν ἀγαθῷ τελευτάσομεν: ῥοαὶ δ᾽ ἄλλοτ᾽ ἄλλαι εὐθυμιᾶν τε μετὰ καὶ πόνων ἐς ἄνδρας ἔβαν. οὕτω δὲ Μοῖρ᾽
    (ούτε ξέρει) πότε θα έρθει μια ειρηνική μέρα, παιδί του θεού, το τέλος μιας ήσυχης ζωής. Αλλά τον άνθρωπο τον βρίσκουν σε διαφορετικές στιγμές διαφορετικά ρεύματα, τόσο χαράς όσο και πόνου. Αυτός είναι ο τρόπος της Μοίρας...
    @greek-language.gr Πίνδαρος, Ὀλυμπιονίκαις, 2.35. (2.33-2.36)
  4. ρευστότητα, κίνηση, ορμή, πρωταρχική κίνηση, γενεσιουργός, ροή ως φιλοσοφικός όρος
    ※  [Ὅμηρος] πάντα εἴρηκεν ἔκγονα ῥοῆς τε καὶ κινήσεως: ἢ οὐ δοκεῖ τοῦτο λέγειν;
    όπως έχει ειπωθεί (από τον Όμηρο) τα πάντα είναι γεννήματα της ροής και της κινησης (Πλάτων, Θεαίτητος, 152)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • ῥοή (< ῥόα: το ρόδι στην ποίηση και πιθανόν τύπος της ιωνικής κλίσης της ίδιας λέξης, μάλλον όμως από τον τύπο ονομαστικής ῥοιή)
  • ῥοῇ (< πιθανόν δοτική του ανωτέρω στην επική γραφή)

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «ρέω» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]