μοίρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μοῖρα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοίρα μοίρες
γενική μοίρας μοιρών
αιτιατική μοίρα μοίρες
κλητική μοίρα μοίρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοίρα < αρχαία ελληνική μοῖρα < μείρομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοίρα θηλυκό

  1. το μερίδιο, το μερτικό
    ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους
    δεν έχει στον ήλιο μοίρα
  2. το πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό
    κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η μοίρα
    όπου φτωχός κι η μοίρα του
    • (κατ’ επέκταση) ο προορισμός
    • (κατ’ επέκταση) το τέλος ή ο θάνατος
      η μοίρα αυτού του νεοκλασικού κτηρίου ήταν να καταλήξει ένας σωρός από μπάζα
  3. (στρατιωτικός όρος) μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας
    δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας
  4. (ανατομία) τμήμα της σπονδυλικής στήλης
    θωρακική μοίρα, οσφυϊκή μοίρα
  5. (γεωμετρία) μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °)
    η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες
  6. (μυθολογία) μία από τις τρείς θυγατέρες της Θέμιδος των θεσμών και του Διός/συμπαντικού νού < ΄΄Ησίοδου Θεογονία΄΄

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κλαίω τη μοίρα μου
  • λέω τη μοίρα: προλέγω το μέλλον
  • όπου φτωχός κι μοίρα του
  • σε δεύτερη μοίρα: παραγκωνισμένο, υποβιβασμένο, υποδεέστερης σημασίας
    Όμως η εποχή ήταν τέτοια που και το θάνατο της μάνας σου τον έβαζες σε δεύτερη μοίρα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]