degree
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| degree | degrees |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]degree (en)
- ο βαθμός μιας κλίμακας μέτρησης, πχ Κελσίου
ten degrees below zero/above zero - δέκα βαθμοί υπό το μηδέν/πάνω από το μηδέν
- (γεωμετρία) η μοίρα, το 1/360 του κύκλου
The right-angled triangle has a ninety degree angle.
- Το ορθογώνιο τρίγωνο έχει μία γωνία ενενήντα μοιρών.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο βαθμός, η έκταση που έχει πάρει ένα φαινόμενο
the degree of confidence/certainty - ο βαθμός εμπιστοσύνης/ακρίβειας
She has a high degree of intelligence.
- Έχει υψηλό βαθμό ευφυΐας.
We have reached a high degree of efficiency.
- Φτάσαμε σε υψηλό βαθμό αποδοτικότητας.
- το πτυχίο πανεπιστημιακό
I have a degree in history.
- Έχω πτυχίο στην Ιστορία.
- ο βαθμός, ένα επίπεδο σε μια κλίμακα του πόσο σοβαρό είναι κάτι
first-/third-degree burns - εγκαύματα πρώτου/τρίτου βαθμού
- (βάσεις δεδομένων) ο βαθμός σχέσης ή πίνακα[1]
- Συνώνυμο: arity
- Συγγενικό: cardinality
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 45, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04