πτυχίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτυχίο πτυχία
γενική πτυχίου πτυχίων
αιτιατική πτυχίο πτυχία
κλητική πτυχίο πτυχία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πτυχίο < υποκοριστικό της λέξης πτυχή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτυχίο ουδέτερο

  1. το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόντα να ασκήσει ένα επάγγελμα
    Επιτέλους, αξιώθηκε να πάρει το πτυχίο του
    Έχει πτυχίο της Νομικής, τώρα λογαριάζεται πια για δικηγόρος
  2. στον πληθυντικό πτυχία, λέξη ομόηχη/ομώνυμη με τη νησίδα "Πτυχία" της Κέρκυρας (η νησίδα σήμερα λέγεται Βίδο)


32πχ Μεταφράσεις[]