examen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
examen examens

examen (fr) αρσενικό

  1. η εξέταση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

examen (es) αρσενικό (πληθυντικός exámenes (es))

  1. η εξέταση