μοιρολόι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοιρολόι μοιρολόια
γενική μοιρολοιού μοιρολοιών
αιτιατική μοιρολόι μοιρολόια
κλητική μοιρολόι μοιρολόια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοιρολόι < μεσαιωνική ελληνική μοιρολόι / μοιρολόγι / μοιρολόγιον < μοιρολογώ < ελληνιστική κοινή μοιρολογέω / μοιρολογῶ < αρχαία ελληνική μοῖρα + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοιρολόι ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]