ρόδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ένα ρόδι με τους σπόρους του
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ρόδι τα ρόδια
      γενική του ροδιού των ροδιών
    αιτιατική το ρόδι τα ρόδια
     κλητική ρόδι ρόδια
Η γενική πληθυντικού ταυτίζεται με αυτήν
του ουσιαστικού ροδιά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρόδι < μεσαιωνική ελληνική ρόιδι (με ανομοίωση) < ελληνιστική κοινή ῥοΐδιον < αρχαία ελληνική ῥοιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρόδι ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]